Πέμπτη, 23 Απριλίου 2009

ΘΕΩΡΙΕΣ ΜΑΘΗΣΗΣ ΚΑΙ ΤΠΕ

ΘΕΩΡΙΕΣ ΜΑΘΗΣΗΣ ΚΑΙ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΕΣ ΤΗΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΑΣ ΚΑΙ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΣ (ΤΠΕ)

Οι κυριότερες θεωρίες μάθησης που συνδέονται με τη χρήση και αξιοποίηση των ΤΠΕ στη διδασκαλία και μάθηση συνοψίζονται ως εξής:



ΣυμπεριφορισμόςΟι συμπεριφοριστές ξεκινούν από την πεποίθηση ότι η συμπεριφορά βρίσκεται υπό τον έλεγχο του περιβάλλοντος της μάθησης. Με τα πειράματά του ο Thorndike έδειξε ότι η συμπεριφορά ρυθμίζεται άρα ελέγχεται από τις συνέπειές της (δοκιμή και πλάνη).
Τη μορφή αυτή μάθησης μελέτησε ο Burrhus Skinner και οι εφαρμογές της οδήγησαν στην κατεύθυνση ενός προγράμματος ενισχύσεων για να αυξήσει τις πιθανότητες επανεμφάνισης μιας επιθυμητής συμπεριφοράς.
Ο Skinner στηρίχθηκε σε δύο βασικές αρχές:
Την προοδευτική προσέγγιση του στόχου και τη σχεδιασμένη ενίσχυση.
Επειδή μια ενότητα διδασκαλίας προγραμματίζεται αυστηρά και οργανώνεται συστηματικά ονομάστηκε «προγραμματισμένη διδασκαλία» η μέθοδος η οποία στηρίζεται στις αρχές της λειτουργικής εξάρτησης.
Στις αρχές της "προγραμματισμένης διδασκαλίας" στηρίζονται σήμερα πολλά εκπαιδευτικά προγράμματα ηλεκτρονικών υπολογιστών τα λεγόμενα «κλειστού τύπου».Τα προγράμματα αυτά είναι κυρίως εξάσκησης, επανάληψης, πολλαπλών επιλογών και ακολουθούν τους παρακάτω κανόνες.
Ο μαθητής πρέπει να συμμετέχει ενεργητικά στα βήματα της μάθησης.
Ο μαθητής πρέπει να πληροφορείται αμέσως τα αποτελέσματα της προσπάθειάς του.
Ο μαθητής πρέπει να διορθώνει αμέσως τα λάθη που κάνει.
Ο μαθητής πρέπει να επιβραβεύεται.


Η γνωστική επανάστασηΗ περιγραφή της μάθησης ως εξάρτησης συνδέσεων και αντιδράσεων με τη βοήθεια των ενισχύσεων έδωσε τη θέση της σε νεότερες απόψεις, οι οποίες περιγράφουν τη μάθηση ως απόκτηση ή αναδιοργάνωση γνωστικών δομών με τις οποίες επεξεργαζόμαστε αποθηκεύουμε και ανακαλούμε πληροφορίες. Το άτομο με βάση τις νέες εμπειρίες αναπροσαρμόζει και βελτιώνει τις εσωτερικές αναπαραστάσεις του για τον κόσμο, παράγοντας έτσι ένα πληρέστερο και πιο αποτελεσματικό εσωτερικό μοντέλο, το οποίο οδηγεί σε ευρύτερο και πιο εύκαμπτο έλεγχο του περιβάλλοντος. (Γνωστικοεξελικτική προσέγγιση του J. Piaget).


ΕποικοδομητισμόςΟι Γνωστικές θεωρίες σε πολλές περιπτώσεις συμβαδίζουν με τις δομιστικές απόψεις μάθησης(εποικοδομητισμός) . Τα δομηστικά μοντέλα μάθησης δίνουν έμφαση στην κατάκτηση της νέας γνώσης από το μαθητή μέσω της ενεργητικής οικοδόμησης διαδικασιών, οι οποίες συνδέουν τη νέα γνώση με την προηγούμενη.
Η έννοια της μάθησης με ανακάλυψη του J. Dweey ενσωματώθηκε πλήρως στις δομιστικές θεωρίες μάθησης και προωθήθηκε κυρίως από τον Jerome Bruner, ο οποίος τη θεωρεί ως την πιο σημαντική μορφή μάθησης. Η ανακάλυψη με την έννοια αυτή λειτουργεί ως μια μορφή της επαγωγικής μεθόδου αναζήτησης της γνώσης, αφού ο μαθητής περνάει από τη μελέτη συγκεκριμένων παραδειγμάτων στη διατύπωση γενικών εννοιών, κανόνων και αρχών. Η ανακάλυψη στο πλαίσιο της διδασκαλίας είναι πάντα μια καθοδηγούμενη και κατευθυνόμενη δραστηριότητα. Ο Bruner συνιστά στους εκπαιδευτικούς να χρησιμοποιούν δραστηριότητες προσομοίωσης στην τάξη, προκειμένου να προωθούν τη μάθηση με ανακάλυψη (παιχνίδια ρόλων).
Εκπαιδευτικά προγράμματα προσομοίωσης ηλεκτρονικών υπολογιστών μπορούν να αξιοποιηθούν στην κατεύθυνση αυτή της καθοδηγούμενης ανακάλυψης (π.χ. προσομοιώσεις που βρίσκονται στον ιστότοπο agentsheets.gr μπορούν να βρουν εφαρμογή τέτοιες διδακτικές προτάσεις όπως η προσομοίωση που αναπαριστά το φαινόμενο του θερμοκηπίου)


Συνεργατική μάθησηΣύμφωνα με τους εισηγητές της (D. & R. Johnson) συγκροτούνται ομάδες των 3-5 μαθητών και μαθητριών, στις οποίες ανατίθεται ένα έργο (π.χ. μια ενότητα διδασκαλίας ή ένα φύλλο εργασίας), το οποίο πρέπει να διεκπεραιώσουν από κοινού. Ο στόχος αυτής της συνεργασίας είναι να μεγιστοποιήσουν τις προσωπικές γνώσεις μέσω της αλληλεπίδρασης με τα άλλα μέλη της ομάδας που προσπαθούν για το κοινό όφελος.
Η από κοινού μάθηση δίνει έμφαση σε τέσσερα στοιχεία, τα οποία αποτελούν και κοινά χαρακτηριστικά οποιασδήποτε συνεργατικής μάθησης.
1. Διαπροσωπικές σχέσεις και επικοινωνία των μελών των ομάδων.
2. Ατομική υπευθυνότητα, έτσι ώστε ο κάθε μαθητής και μαθήτρια να αποδείξει ότι κατανόησε το υλικό και κατέκτησε το στόχο.
3. Καλλιέργεια δεξιοτήτων συνεργατικής μάθησης, έτσι ώστε οι μαθητές να μπορούν να συνεργάζονται και να αξιολογούν τη λειτουργία τους μέσα στην ομάδα (ομαδική υπευθυνότητα)
4. Θετική ανεξαρτησία η οποία επιτρέπει στους μαθητές και μαθήτριες να συνεργάζονται για να πετύχουν ένα κοινό σκοπό.
Ο ρόλος του δασκάλου σ’ αυτή τη διαδικασία είναι εμψυχωτικός και υποστηρικτικός.
Η ομαδική εργασία ενθαρρύνει τους μαθητές και μαθήτριες σε συζητήσεις γύρω από το αντικείμενο της εργασίας, επιτρέπει σε αυτούς την αυτόνομη επεξεργασία του υλικού και γενικώς μεταθέτει την ευθύνη και την πρωτοβουλία της μάθησης από το δάσκαλο στο μαθητή.
Οι μαθητές και μαθήτριες έχουν τη δυνατότητα να ασκήσουν ανώτερες μορφές μάθησης και ικανότητες όπως σύνθεση, ανάλυση, δημιουργικότητα και κυρίως ικανότητα για συνεργασία και επικοινωνία. Όμως δεν πρέπει να αγνοείται το γεγονός ότι όπως όλες οι μέθοδοι διδασκαλίας καταλήγει να είναι αναποτελεσματική, όταν χρησιμοποιείται σε ακατάλληλη περίσταση, όταν παρατείνεται περισσότερο από τον απαιτούμενο χρόνο και όταν δεν υπάρχει εξοικείωση με τις βασικές αρχές και χαρακτηριστικά της (κατάλληλος αριθμός μαθητών, κριτήρια συγκρότησης ομάδων, ανάθεση και εναλλαγή ρόλων στα μέλη της ομάδας, χρονική διάρκεια ομαδικής εργασίας, κατάλληλο παιδαγωγικό κλίμα).

Βιβλιογραφικές αναφορές
Ινστιτούτο Τεχνολογίας Υπολογιστών, "Επιμορφωτικό υλικό για την εκπαίδευση των επιμορφωτών στα Πανεπιστημιακά Κέντρα Επιμόρφωσης", Πάτρα, Νοέμβριος 2007

Δεν υπάρχουν σχόλια: